Ιστορία της Κέρκυρας

Ήταν ακόμη υποχρεωμένοι να συνεισφέρουν το δέκατο των παραγόμενων προϊόντων τους ή το 1/4 αν τα κτήματα ανήκαν στους γαιοκτήμονες και να πληρώνουν φόρο για κάθε ζώο, ανάλογα μικρό ή μεγάλο.

Πολλές φορές οι βαρωνίσκοι, άρχοντες του τόπου, ταπείνωναν τους αδύναμους και φτωχούς πακτωναρέους. Άλλοτε ζητώντας επί πλέον μια ρουβελόπιττα (κερκυραϊκή παράδοση) και άλλοτε να δίνουν στον άρχοντα μαζί με τον πάκτο μια πουλακιδοπούλα.

Αυτό ανάγκασε τους δύστυχους χωρικούς να διαμαρτυρηθούν στον καπιτάνιο της Κέρκυρας το 1692 και να του ζητήσουν την απαλλαγή τους από το δόσιμο αυτό. Γράφουν : … – κανένα μερικόν βάρος και βλάβη δεν πρέπει να τ’ αγρικήσουν οι πτωχοί ξεχωρίτες με το δόσιμον της πουλακιδοπούλας (Ιστορ. Αρχ. Κερκύρας Ενετοκρατία Τ. 26).

Γενικά η φορολογική πολιτική που ασκούσε η Βενετία ήταν δυσβάσταχτη, αναγκαία όμως για να καλύψει τις πολεμικές ανάγκες της εποχής.

Στο περιοδικό «Παρνασός» (1978 αριθ. 4) η κ. Τσίχλη – Αρώνη, στην εργασία της για το εμπόριο στην Κέρκυρα επί Ενετοκρατίας, γράφει:

Η όλη πολιτική της Βενετίας χαρακτηρίζεται από το εμπορικό δαιμόνιο που την διαπνέει και επακόλουθο της αρχής ότι όλα τα προϊόντα έπρεπε να εξάγονται στην Βενετία, ήταν το τριπλό φορολογικό και εμπορικό κέρδος που αυτή αποταμίευε. Δηλαδή εισέπραττε ένα φόρο εξαγωγής, ένα φόρο εισαγωγής στην Βενετία και ένα τρίτο φόρο επανεξαγωγής απ’ αυτήν.-

Ο δε κ. Ανδρεάδης, σελ. 293, γράφει: «Το ενιαυσίως αμελγόμενον εξ επτανήσου υπό των Βενετών ποσόν ανήρχετο εις 650 χιλ. δουκάτα, ήτοι 180 χιλ. πλέον των εν επτανήσω υπό των Βενετών δαπανούμενον.»

Η κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους, μετά την πολιορκία του Ηρακλείου (χάντακα) (1648 * 1669) το 1669, που οι Βενετοί κατείχαν από το 1206, η Γαληνότατη χάνει ένα οικονομικό στήριγμα, αποδυναμώνεται το πολεμικό της ναυτικό από μια βάση τόσο μεγάλης σημασίας και η εμπορική της ναυτιλία μειώνει τα κέρδη και κινδυνεύει όλο και περισσότερο από την εμφάνιση των πειρατικών πλοίων, που την περίοδο αυτή λεηλατούσαν τις παράλιες πόλεις της Μεσογείου και παράλληλα άρπαζαν άντρες, γυναίκες και παιδιά, που τα πουλούσαν στα μεγάλα σκλαβοπάζαρα της Κωνσταντινούπολης και της Αφρικής. (Δελτίο Αναγνωστικής Εταιρείας 1982).

Η πτώση λοιπόν της Κρήτης, άνοιξε την όρεξη στους Τούρκους, ώστε να ετοιμάζονται για να κατακτήσουν και την Επτάνησο.

Ενώ λοιπόν επικρατούσε αυτή η οικονομική κατάσταση σε ολόκληρο το νησί, στον ορίζοντα άρχισαν να φαίνονται απειλητικά τα πρώτα μαύρα σύννεφα του πολέμου.

Οι τουρκικοί γύπες ξαναγυρίζουν. Αυτή τη φορά, οργανωμένοι και εξοπλισμένοι με τέλεια, για την εποχή, πολεμικά όπλα, με ταχυκίνητα πολεμικά πλοία, με στρατό φανατισμένο, έτοιμο να μπήξει τα νύχια του στις απαλές σάρκες του Κερκυραϊκού λαού.-

Ο καθηγητής κ. Γεώργιος Ζούμπος, στο βιβλίο του «Η οχύρωση της Κέρκυρας και η πολιορκία του 1716» γράφει:

Στις 7 Δεκεμβρίου 1714 η πύλη κήρυξε επίσημα τον πόλεμο κατά της Γαληνότατης Δημοκρατίας, μέσω του Πρεσβευτή της στην Κωνσταντινούπολη.

Το Μάη του 1715 ο Μέγας Βεζύριος Αλής με 100 χιλ. άνδρες εισέβαλε στην Πελοπόννησο, ενώ ο Τζανούμ Μεχμέτ Χότζας, ναύαρχος με 62 σουλτάνες και πολλά μικρότερα πλοία πολιόρκησε από τη θάλασσα το Ναύπλιο, τη Μονεμβασία, την Κορώνη, τη Μεθώνη, την Πάτρα και τα Κύθηρα.

Το πρωί της 8 Ιουλίου 1716, 30 χιλ. τούρκοι αποβιβάζονται στα Γουβιά και στον Υψο. Η πολιορκία άρχισε. Κατάλαβαν τα οχυρά Μαντουκιού και της Γαρίτσας, έστησαν γύρω από την πόλη εννέα πυροβολεία με 46 τηλεβόλα, που έβαλαν εναντίον του φρουρίου. Με εφόδους, καταλαμβάνουν τα φρούρια Αβράμη (Γηροκομείο) και Σωτήρος (φυλακές). Στην φάση αυτή, κάλεσαν τον στρατάρχη Σαλιμβούργο να παραδοθεί.

Ο δραστήριος αυτός αξιωματικός μόνο με δυνάμεις 5 χιλιάδων της φρουράς και 3 χιλιάδων εθελοντών Κερκυραίων αρνήθηκε και τότε οι Τούρκοι εξαπέλυσαν αλλεπάλληλες σφοδρές εφόδους, κυρίως στο νέο φρούριο.

Στις 8 Αυγούστου οι Τούρκοι επιτίθενται κατά του φρουρίου με σφοδρότητα, αποφασιστικότητα και με τη σιγουριά εκείνη που τους έδινε η αριθμητική τους υπεροχή. Δυστυχώς γι αυτούς ο Σαλιμβούργος, με αυταπάρνηση, με αξιοθαύμαστη ανδρεία απέκρουσε και αυτήν την έφοδο των Τούρκων προκαλώντας τους μεγάλες απώλειες.

Την επόμενη μέρα τρομερή καταιγίδα έπληξε το τουρκικό στρατόπεδο, πνίγηκαν στρατιώτες, ζώα και βράχηκε η μπαρούτη των κανονιών, συγχρόνως οι δυσάρεστες ειδήσεις που έλαβαν από τον πόλεμο της Ευρώπης, επέδρασαν ψυχολογικά και στις 11 Αυγούστου έλυσαν την πολιορκία, αναχώρησαν εσπευσμένως, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης 15 χιλ. νεκρούς, πολλά τηλεβόλα, εφόδια και μεταγωγικά.

Από την φρουρά της Κέρκυρας βρήκαν το θάνατο 1500 πολεμιστές. Σε ανάμνηση της νίκης, γίνεται η λιτανεία του Αγίου στις 11 Αυγούστου.

Όλες αυτές οι πολεμικές καταιγίδες, έφεραν την μείωση του πληθυσμού. Για να καλυφθεί το κενό, μεγάλες αποικίες εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα από το Ναύπλιο, την Κρήτη, την Ηπειρο, την Πελοπόννησο και αλλού. Ο αριθμός των κατοίκων έφθασε τις 50 χιλιάδες και άρχισε πάλι η Κερκυραϊκή γη ν’ ανθίζει.

Τρία εκατομμύρια ελιές υπάρχουν σήμερα στο νησί, υπήρχαν 1252 λουτρουβιά και 118 ανεμόμυλοι – νερόμυλοι , εκ των οποίων 20 στις Νύμφες και 24 στους Χωροπισκόπους. (εργασίες Αύγουστου Σορδινά).

Επίσης κατασκευάστηκαν στην περίοδο της Βενετοκρατίας 850 εκκλησίες και 23 Μοναστήρια, (Ιστορ. Αρχείο Κερκύρας Μητροπολ. Τ. 77) μεταξύ αυτών το Ασκηταριό Νυμφών (Ιστορ. Αρχ, Κερκύρας Ενετοκρατία Τ. 78, φίλζα 656 και Ιόνιο Κράτος Τ. 6)

Η παιδεία στην περίοδο της Βενετοκρατίας είχε ιδιωτικό χαραχτήρα. Ελάχιστοι αυτοδίδαχτοι δάσκαλοι, κυρίως ιερείς, μάθαιναν λίγα κολυβογράμματα σε ένα μικρό αριθμό μαθητών. Οι πλούσιοι είχαν λίγο περισσότερο μορφωμένους ιδιωτικούς δασκάλους, και όσα έδειχναν ικανότητα και επιμέλεια, οι γονείς τους τα έστελναν στα πανεπιστήμια της Ιταλίας, που σπούδαζαν κυρίως ιατρική και νομική.

Είναι αξιοθαύμαστο ότι κυρίως οι χωρικοί, διατήρησαν την απλοελληνική γλώσσα, μέσα από τους συμβολαιογράφους του τόπου, στις μεταξύ τους συναλλαγές και ζωντάνευε στις λαϊκές συγκεντρώσεις, στις λιτανείες, στις γιορτές των Αγίων, ενδιαφέροντα ερεθίσματα για επικοινωνία και κοινωνική επαφή.

Επίσης η δημοτική ποίηση και το δημοτικό τραγούδι, συνετέλεσαν στην καλλιέργεια της ελληνικής γλώσσας, θα σας αναφέρω ένα δίστιχο από ένα αδημοσίευτο ερωτικό ποίημα, γραμμένο από τον Σπύρο Μπίσκο το 1805.

– Έκαμες κόρη παγίδες δίκτυα τα μαλάκια σου
και μπερδεύτηκα ο καημένος σκλάβος της αγάπης σου-

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s