Ιστορία της Κέρκυρας

Το πολίτευμα που διοικήθηκε η Κέρκυρα στο διάστημα της μακραίωνης Βενετικής κατοχής, ήταν αριστοκρατικό. Η γη τους μοιράστηκε σε 18 Βαρωνίες και η τάξη των ευγενών μαζί με την βενετική Αρχή, τον Γενικό Προνοητή θαλάσσης και τον Βάιλο, διοικούσαν τον τόπο, σχεδόν απολυταρχικά.

Σε όλα τα Επτάνησα δημιουργήθηκε η τάξη των ευγενών τα ονόματα των οποίων καταχωρούντο σε ειδικό βιβλίο, το λίμπρο ντ’ όρο (χρυσό βιβλίο).

Στα χωριά, δόθηκε αυτοδιοίκηση και εκλέχτηκαν δημόσιοι Γέροντες, που εξασκούσαν την εξουσία του χωριού, στα οικονομικά – φορολογικά, αστυνομικά κ.λπ. καθήκοντα. Είχαν επίσης το δικαίωμα κάθε δύο χρόνια να εκλέγουν τους επιτρόπους των εκκλησιών τους, να διαχειρίζνται την εκκλησιαστική περιουσία και να αναφέρονται στον Βάϊλο κάθε φορά που προέκυπτε κάποιο σοβαρό πρόβλημα.

Την εκκλησιαστική διοίκηση είχε ο Μέγας Πρωτοπαπάς Κερκύρας, βοηθούμενος από 9 πρωτοπαπάδες ισαρίθμων διαμερισμάτων της εξοχής.

Οι Κερκυραίοι είχαν ακόμη το προνόμιο των Πρεσβευτών. Για κάθε μεγάλο θέμα, φορολογικό – καστροκτησίας – διοικητικό, εκλεγμένα μέλη της κοινότητας, εστέλνονταν στη Βενετία να παρουσιάσουν και να υποστηρίξουν στην Βενετική Γερουσία τα προβλήματα του νησιού τους.

Στα 411 χρόνια της Βενετικής κατοχής, συνέβησαν σημαντικά ιστορικά γεγονότα, όπως πειρατικές επιδρομές και 3 μεγάλες τουρκικές πολιορκίες, τις οποίες θα δούμε πολύ συνοπτικά.

Στις 29 Αυγούστου 1537 ο τουρκικός στόλος με 25 χιλιάδες τούρκους στρατιώτες αποβιβάζεται στα Γουβιά και ενώνεται με το στρατό, που προ ολίγων ημερών είχε αποβιβαστεί με αρχηγό τον στρατηγό Χαΐρεδιν Βαρβαρόσσα. Οι Τούρκοι, με αλλεπάλληλες σφοδρές επιθέσεις κατά του φρουρίου, από ξηρά και θάλασσα, δεν κατόρθωσαν να το καταλάβουν. Έτσι στις Π Σεπτεμβρίου, αφού σκότωσαν, αιχμαλώτισαν και κυριολεκτικά ερήμωσαν το νησί, παίρνοντας 20 χιλιάδες ψυχές που τις πούλησαν αργότερα στα σκλαβοπάζαρα της Κωνσταντινούπολης, αναχώρησαν.

Πλέοντας προς νότο, λεηλάτησαν τους Παξούς, πήραν 13 χιλιάδες αιχμαλώτους από την Κεφαλληνία και πυρπόλησαν την Πάργα.

Τριάντα τέσσερα χρόνια αργότερα, ο τουρκικός στόλος με ναύαρχο τον αδίστακτο πασά Λουτσαλή κατευθύνεται στην Κέρκυρα. Οι φρουροί της Λευκίμμης διέκριναν στις 14 Ιουλίου 1571 τον τουρκικό στόλο στους Παξούς. Το άλλο πρωί μπήκε στο στενό με 207 καράβια και αγκυροβόλησε κοντά στο κάστρο.

Μετά από λίγες μέρες, αφού είχαν κάνει τις σχετικές αναγνωρίσεις, άρχισαν τις επιδρομές σχεδόν σε ολόκληρο το νησί. Ολο τον Αύγουστο όργωναν την ύπαιθρο Κέρκυρα λεηλατώντας, καταστρέφοντας και καίγοντας.

Στις 3 με 4 Σεπτεμβρίου 1571, δέχτηκε σφοδρή επίθεση το Αγγελόκαστρο.

Εκεί είχαν συγκεντρωθεί οι κάτοικοι των γύρω περιοχών και μαζί με την φρουρά, αναχαίτισαν με επιτυχία τους Τούρκους επιδρομείς. Έτσι στις 5 Σεπτεμβρίου, αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αναχωρήσουν, αφού άφησαν πίσω τους στάχτες και ερείπια.

Στην εργασία της η καθηγήτρια Ελλη Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου, Αντίκτυπος του Δ. Βενετοτουρκικού πολέμου στην Κέρκυρα, γράφει: – Η τάξη των χωρικών ήταν ασφαλώς εκείνη που δοκιμάστηκε σκληρότερα. Το οικονομικό της πρόβλημα, πάντα οξύ, έγινε ασύγκριτα οξύτερο ύστερα από την επιδρομή.

Με καμένα σπίτια, ρημαγμένα χτήματα, αφανισμένες σοδειές, οι χωρικοί έπρεπε να υποστούν και τις πρόσθετες δοκιμασίες που τους επέβαλε η πολεμική περίοδος. Πλήθος από αυτούς χάθηκε υπηρετώντας κάτω από άθλιες συνθήκες στις Βενετσιάνικες γαλέρες κατά την διάρκεια του πολέμου. -Δυστυχώς οι Κερκυραίοι δεν χάρηκαν την νίκη τους. Ένα μήνα μετά στις 7 Οκτωβρίου, οι γαλέρες τους με τους σοπροκόμητες, Μπουά, Χριστόφορο Κοντόκαλη, Γεώργιο Κόκκινη και Στέλιο Χαλικιόπουλο, έλαβαν μέρος στην μεγάλη ναυμαχία της Ναυπάκτου, που κατατρόπωσαν τον τουρκικό στόλο.

Όπως είναι φυσικό μετά από μια μεγάλη συμφορά, οι Κερκυραίοι, άρχισαν να κτίζουν τα ερειπωμένα τους σπίτια, να φυτεύουν καινούρια δένδρα, να καλλιεργούν τα χωράφια τους, να οργανώνουν την κτηνοτροφία τους και σιγά – σιγά βρίσκουν ξανά τον ειρηνικό ρυθμό της ζωής τους.

Από την πλευρά της η Βενετία, για να προστατεύσει καλύτερα τους κατοίκους, άρχισε μια μεγάλη προσπάθεια, να οχυρώσει την πόλη κατασκευάζοντας τείχη, ενισχύοντας το παλαιό φρούριο και επισπεύδοντας την κατασκευή του νέου φρουρίου. Περιτείχισαν την πόλη κατασκευάζοντας τις πύλες – πόρτες, η πόρτα της Σπηλιάς και η πόρτα του Αγίου Νικολάου σώζονται ακόμη. Δυστυχώς η πόρτα Ραΐμόντου και η πόρτα Ρεάλε, έχουν καταστραφεί. Για το τεράστιο αυτό έργο, χρειάστηκαν πολλά εργατικά χέρια και οι Κερκυραίοι πλήρωσαν με αγγαρείες και χρήματα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s